Ο ΜΙΚΡΟΣ ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΟΣ - Εύα Βενετικίδου - Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΟΣ - Εύα Βενετικίδου

Share This


Σε μια μικρή πόλη στην Περσία ζούσε ένας μικρός επιδέξιος τσαγκαράκος, που μαθήτευε την τέχνη κοντά στον πατέρα του. Κι οι δυο έφτιαχναν όμορφα και γερά παπούτσια, που τα διακοσμούσαν με λογής λογής σχέδια και πλουμίδια, επι-διόρθωναν, λούστραραν ή καθάριζαν τα παπούτσια των πελατών τους για να δεί-χνουν σαν καινούρια.
Κάποτε στην πόλη έφτασε ένα μεγάλο καραβάνι για να ξεκουραστεί. Όλοι υπέθε-σαν ότι οι αρχηγοί του καραβανιού πρέπει να ήταν πλούσιοι και σημαντικοί άρχοντες από μεγάλες πόλεις κι η πραμάτεια τους ν' αξίζει μια μικρή περιουσία. Κά-ποιοι είπαν ότι μάλλον ήταν και πολύ σοφοί, γιατί τους άκουσαν να ερμηνεύουν τα σημάδια του νυχτερινού ουρανού.
Ένας από τους άρχοντες έστειλε στο μαγαζάκι του μικρού τσαγκαράκου τον υ-πηρέτη του μ' ένα ζευγάρι παπούτσια. Ο υπηρέτης τον ρώτησε αν προλάβαινε να το επιδιορθώσει, πριν αναχωρήσει το καραβάνι. Ο τσαγκαράκος προθυμοποιήθηκε να το κάνει αμέσως κι ο υπηρέτης αποφάσισε να περιμένει στο μαγαζί μέχρι να τελειώ-σει τη δουλειά του. Εν τω μεταξύ οι δυο τους έπιασαν κουβέντα κι ο τσαγκαράκος έμαθε πως το καραβάνι είχε προορισμό του ένα πανίσχυρο βασιλιά, που θα γεννιό-ταν σε λίγες μέρες σ' ένα άγνωστο μέρος. Οι αρχηγοί του καραβανιού ακολουθώ-ντας τα σημάδια του νυχτερινού ουρανού θα τον έβρισκαν και θα του πήγαιναν με-γαλόπρεπα δώρα, γιατί επρόκειτο για ένα βασιλιά, που θα γινόταν τόσο σπουδαίος και πανίσχυρος, όσο δεν είδε ποτέ κανείς άνθρωπος.
Ο τσαγκαράκος άκουγε με προσοχή τα λόγια του υπηρέτη και του δημιουργήθη-κε μια έντονη επιθυμία να πάει να δει αυτόν τον βασιλιά. Πώς, όμως, θα μπορούσε να κάνει ένα τόσο μεγάλο ταξίδι και πώς θα τον έβρισκε, αφού αυτός δε ήξερε να διαβάζει το νυχτερινό ουρανό; Μια και δυο αφήνει ένα σημείωμα στον πατέρα του, παίρνει λίγο ψωμί, ένα τσουβάλι κι ένα ζευγάρι μικρά και χαριτωμένα παπουτσάκια, που είχε φτιάξει με πολύ μεγάλη φροντίδα και μεράκι, τα οποία κρατούσε κρυμμένα σ' ένα σεντούκι, και πάει στο μέρος, όπου στάθμευε το καραβάνι. Ανεβαίνει σε μια καμήλα, μπαίνει μέσα στο τσουβάλι και προσπαθεί να βολευτεί χωρίς να κουνιέται, ώστε να μοιάζει μ' ένα από τα φορτία. Ήλπιζε κανείς να μην υποπτευθεί το σχέδιο του για να μπορεί να ταξιδέψει λαθραία μέχρι το σπουδαίο βασιλιά.
Το καραβάνι ξεκίνησε για τον προορισμό του και πράγματι κανείς δεν υποπτεύ-θηκε τίποτα όλη μέρα. Αργά τη νύχτα, όταν πια το καραβάνι στάθμευσε κι ο τσα-γκαράκος σταμάτησε ν' ακούει τις φωνές του πληρώματός του, προσπάθησε λίγο να κουνηθεί για να ξεπιαστεί. Όμως, κάποιος ακόλουθος, που φύλαγε τις καμήλες, τον έπιασε και τον οδήγησε σ' ένα από τους αρχηγούς του καραβανιού. Ο μικρός τσα-γκαράκος πίστεψε ότι εδώ έφτανε και το τέλος του ταξιδιού του.
Ο μεγάλος και σοφός άρχοντας άκουσε προσεκτικά τα λόγια του τσαγκαράκου κι αποφάσισε να του επιτρέψει να συνεχίσει το ταξίδι μαζί τους. Του πρότεινε μάλι-στα να ζητήσει όποια υλικά ήθελε για να φτιάξει ένα καινούριο χρυσοποίκιλτο ζευ-γάρι παπουτσιών, άξιο δώρο για να προσφέρει στο μικρό βασιλιά υποθέτοντας ότι οι μέρες, που είχαν μπροστά τους, θα ήταν αρκετές για τον μικρό επιδέξιο τσαγκαρά-κο. Έτσι κι έγινε. Ο μικρός τσαγκαράκος στη διάρκεια του ταξιδιού κατάφερε να φτιάξει ένα ζευγάρι ακόμη πιο όμορφο και ακριβό από το προηγούμενο.
Το καραβάνι μετά από αρκετές μέρες ταξιδιού έφτασε σ' ένα μικρό χωριουδάκι, που το έλεγαν Βηθλεέμ κι αναζήτησε το μέρος, που βρισκόταν ο νεογέννητος βασι-λιάς. Οι αρχηγοί του καραβανιού τον βρήκαν σ' ένα φτωχικό σπίτι και προσκύνησαν προσφέροντας τα πλούσια δώρα, που έφεραν γι' αυτόν. Ο μικρός τσαγκαράκος περί-μενε υπομονετικά να έρθει η σειρά του για να προσκυνήσει κι αυτός.
Ήταν κατενθουσιασμένος και περίχαρος. Πρώτη φορά θα έβλεπε ένα βασιλιά και δεν ήξερε πως ν' αποδώσει τιμές. Όταν μπήκε στην κάμαρη του μικρού βασιλιά, ήταν αμήχανος και σαστισμένος, ενώ ταυτόχρονα έτρεμε απ' τη χαρά του. Ο βασι-λιάς αυτός ξεχώριζε από τους άλλους. Δεν είχε γεννηθεί στο παλάτι, δεν ήταν ντυμέ-νος με πλούσια βασιλικά ρούχα, δεν είχε υπηρέτες να εξυπηρετούν κάθε επιθυμία του. Έλαμπε, όμως, στην αγκαλιά της μητέρας του πιο λαμπρά κι από τον ήλιο.
Έσκυψε ταπεινά μπροστά του προσφέροντας το πολυτελές ζευγάρι παπουτσιών, που έφτιαξε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. Όμως, η μητέρα του βρέφους το έσπρωξε πίσω και του είπε να το κρατήσει ως αντάλλαγμα για το ζευγάρι, που αυτός έκρυβε μέσα στα ρούχα του κι είχε φτιάξει με πολύ αγάπη και φροντίδα. Σάστισε α-κόμη πιο πολύ ο μαστοράκος, μα έκανε το θέλημά της.
Δάκρυα χαράς έτρεχαν από τα μάτια του, καθώς επέστρεφε στο καραβάνι, για την τιμή, που του έγινε να προσκυνήσει το βασιλιά των βασιλιάδων. Τώρα πια του έμενε να γυρίσει στη μικρή πόλη του και να μεταδώσει το νέο για τη γέννηση ενός βασιλιά διαφορετικού από όλους τους άλλους....

Εύα Βενετικίδου





Δημοσιεύτηκε στο 1ο τεύχος του περιοδικού: «Κέφαλος - Το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς», στη στήλη: «Ο μικρός παραμυθάς».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Pages