Περίληψη
Μια μικρή φώκια «Μονάχους μονάχους» μεγαλώνει στο Θαλάσσιο Πάρκο της Αλοννήσου. Σε μια μοναχική περιπλάνηση μιας μέρας, μακριά από τις άλλες φώκιες, γνωρίζει και ερωτεύεται τους ανθρώπους. Η εμπειρία της αυτή την κάνει να αποζητά την παρουσία τους και να αποφασίζει στο τέλος να ζήσει κοντά τους.
Ήταν καλοκαίρι στην Ελλάδα. Ένας δροσερός άνεμος τριγυρνούσε μέσα στα νησιά των Β. Σποράδων, γλυκοφιλώντας τα κύματα του Αιγαίου. Εκεί, στο Θαλάσσιο Πάρκο της Αλοννήσου, σ’έναν από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς μεσογειακής φώκιας, μεγάλωνε μια μικρή «Μονάχους μονάχους». Αν και μέλος της αρχαίας οικογένειας των «Μονάχους», η φώκια αυτή δεν ήταν καθόλου μοναχική. Αντίθετα, της άρεσε να έχει φίλους, να παίζει με τα άλλα μικρά της σπηλιάς της και που και που ν’ απασχολεί τους μεγάλους με τις σκανταλίες της, όπως κάθε φυσιολογικό παιδί. Γι αυτό, όταν τελευταία άρχισε να ξεμακραίνει σε μοναχικούς περιπάτους, όλοι παραξενεύτηκαν. Μάταια η μητέρα της της θύμιζε τον κίνδυνο να κολυμπά μια φώκια κοντά στις ακτές που συχνάζουν οι άνθρωποι. Εκείνη όμως, αν και μικρή σε ηλικία, ένιωθε ήδη πολύ δυνατή και έτοιμη να γνωρίσει τον κόσμο. Μάλλον θα πρέπει να έφταιγε και η εφηβεία, γιατί άλλη εξήγηση δεν μπορούσε να δωθεί.
Μια μέρα, κυνηγώντας ένα κοπάδι γόπες, ξέκοψε από τις άλλες φώκιες. Κολυμπούσε ήδη θαυμάσια και με μεγάλη ταχύτητα, έτσι ούτε που το κατάλαβε πόσο εύκολα απομακρύνθηκε. Χαρούμενη κι ελεύθερη περιπλανήθηκε για ώρα, κάνοντας τον αγαπημένο της περίπατο στην αρχαία βυθισμένη πολιτεία, στο Μανδράκι. Όταν ανέβηκε στην επιφάνεια, ο αιγαιόγλαρος με το πέταγμά του, την οδήγησε ξανά κοντά στις ακτές. Εκεί, συνέχισε τα μακροβούτια στα θαλάσσια λιβάδια κι ύστερα χάζεψε από μακριά τα δελφίνια να παραβγαίνουν στο τρέξιμο με το θαλασσοκόρακα. Συνεχίζοντας το κολύμπι της δίπλα απ’ τα βράχια, δεν άργησε ν’ανακαλύψει μια μικρή σπηλιά, απάτητη απ’ τις φώκιες. Την παρέσυρε ως εκεί η πείνα της, με δόλωμα ένα χταπόδι. Αν και κουρασμένη, το παραμόνεψε υπομονετικά ώσπου να βγει απ’ το θαλάμι του και στο τέλος το τσάκωσε. Έφαγε ακόμα μερικά ψάρια και λίγα καβουράκια για επιδόρπιο. Χορτάτη πια, σύρθηκε ως το πλάτωμα της σπηλιάς και ξάπλωσε για να ξεκουραστεί.
Ο ήλιος είχε δύσει από ώρα και το φεγγάρι τον διαδέχτηκε στον καλοκαιρινό ουρανό. Η μικρή φώκια άνοιξε τα μάτια της μέσα στο σκοτάδι. «Άχου! Πως ξεχάστηκα!» σκέφτηκε και πετάχτηκε πάνω ανήσυχη. Ύστερα γλίστρησε βιαστικά στο νερό και βγήκε απ’ τη σπηλιά. Όμως είχε πια νυχτώσει κι ήταν αργά για να γυρίσει πίσω.
Δίπλα ακριβώς από τη σπηλιά, ασήμιζε μια μικρή παραλία με βότσαλα. Σ’ αυτήν αποφάσισε να περάσει τη νύχτα της. Λίγα μέτρα πριν φτάσει στην ακτή όμως, της φάνηκε πως άκουσε κάτι. Σταμάτησε. Έβγαλε το κεφάλι της απ’ το νερό κι ανοιγόκλεισε τα μάτια για να δει καθαρότερα. Ήταν τόσο ήσυχα τριγύρω που μπορούσε ν΄ακούσει και το παραμικρό. Αμέσως κατάλαβε την ανθρώπινη φωνή. Ήξερε να ξεχωρίζει τη συχνότητα του ήχου της απ΄τις φωνές των ψαράδων. Στάθηκε ακίνητη και περίμενε λίγο ακόμα. Τότε φάνηκαν. Δυό ανθρώπινα πλάσματα, όμοια και διαφορετικά ταυτόχρονα, πρόβαλαν στην άκρη της παραλίας λουσμένα στο φως του φεγγαριού.
Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε ανθρώπους από τόσο κοντά κι έτσι ακίνητη που έπρεπε να μείνει, βάλθηκε να τους παρατηρεί. Οι ολόλευκες φιγούρες τους απομακρύνονταν και ξανάσμιγαν αρμονικά, λες και το νερό κι όχι ο αέρας να βρίσκονταν ανάμεσά τους. Από μακριά της φαίνονταν σαν τα θαλασσοπούλια που στροβιλίζονταν φτερουγίζοντας, κάθε φορά που ανταμώνονταν στο πέλαγο.
Κείνη την ώρα ο άνεμος σηκώθηκε ελαφρά, παρασέρνοντας προς το μέρος της, τις φωνές και τα γέλια τους. Δεν είχε ξανακούσει το γέλιο των ανθρώπων. Έτσι βγαλμένο απ’ τα νεανικά τους στόματα κι ανακατεμένο με τα κύματα του αέρα, ταξίδεψε ως τ’ αυτιά της σα μουσική.
Η μαγική εικόνα μαγνήτισε το αθώο της βλέμμα κι η φώκια, που δεν είχε πάψει ακόμα να αισθάνεται σαν παιδί, με μια μικρή βουτιά τους πλησίασε περισσότερο. Τότε ήταν που αιφνιδιάστηκε. Σαν δυo δελφίνια που στριφογυρίζουν στον αέρα παίζοντας με τα κύματα, το αγόρι και το κορίτσι ρίχτηκαν στο νερό κι άρχισαν να κολυμπούν προς το μέρος της.
Δεν φοβήθηκε για την ίδια, αλλά στη σκέψη ότι θα μπορούσε να τους τρομάξει, κράτησε την αναπνοή της και βούτηξε πιο βαθιά αυτή τη φορά. Αρκετά μέτρα πιο κάτω στο νερό, είδε να περνούν από πάνω της οι ολόμαυρες μικρές φιγούρες τους και να επιπλέουν στη φεγγαροφώτιστη επιφάνεια της θάλασσας. Τα προσπεράσματα και τα κυνηγητά τους, της θύμισαν τα ψαράκια στον ύφαλο. Τα μαλλιά, ζωντανά στεφάνια στα κεφάλια τους, λικνίζονταν όπως τα φύλλα της Ποσειδωνίας στο ρεύμα του νερού. Οι αγκαλιές και τ’ αγγίγματα, της έφεραν στο νου τα παιχνίδια με τ’αδέλφια της.
Για ν’ ανασάνει, ανέβηκε γρήγορα στην επιφάνεια της θάλασσας, λίγα μέτρα πιο πέρα. Ούτε τότε την κατάλαβαν. Βρήκε έτσι την ευκαιρία να βγει στην παραλία και να συρθεί σιγανά πίσω από έναν μικρό βράχο. Περίεργο! Δεν αισθανόταν μόνη αυτή την πρώτη νύχτα μακριά απ’ τους δικούς της. Ούτε φοβόταν. Η παρουσία των ανθρώπων θα της κρατούσε συντροφιά ως το ξημέρωμα. Μια παράξενη ζεστασιά την πλημμύρισε. Όταν τα μάτια της βάρηνε πια η κούραση, ο ύπνος την πήρε γρήγορα και γλυκά μέσα απ΄το νανούρισμα των ψιθύρων τους.
Το πρωί την ξύπνησε το κρώξιμο των γλάρων. Το αγόρι και το κορίτσι είχαν εξαφανιστεί. «Άραγε θα τους ξαναδώ;» αναρωτήθηκε. Ύστερα έπεσε ήσυχα στο νερό και κολύμπησε ως τα μέρη της.
Η μαμά-φώκια της τά’ψαλε για τα καλά εκείνη τη μέρα. Φοβήθηκαν όλοι τους το χειρότερο. Έτσι, όλη την επόμενη εβδομάδα έμεινε τιμωρημένη στη σπηλιά τους, χωρίς να της επιτρέπεται η έξοδος.
Στο διάστημα αυτό, μάταια προσπάθησε να τους μεταπείσει πως οι άνθρωποι που γνώρισε στο ταξίδι της ήταν ακίνδυνοι και πως μια φώκια θα μπορούσε να ζήσει δίπλα τους ανενόχλητα. Πολύ περισσότερο δεν τους έπειθε όταν τους έλεγε κι άλλα περίεργα, όπως για παράδειγμα την συνύπαρξη των ανθρώπων με τις φώκιες κι όλα τ’ άλλα πλάσματα της φύσης, αφού μοιράζονταν το ίδιο περιβάλλον. Ήταν αμετάπιστοι. Στην καλύτερη περίπτωση την χαρακτήρισαν «φώκια-οικολόγο» και στη χειρότερη «φώκια-ονειροπαρμένη», ή απλά «φαντασιόπληκτη». «Οι φώκιες δεν έχουν καμιά σχέση με τους ανθρώπους» , έλεγαν κάθε τόσο. « Άλλο αυτοί κι άλλο εμείς». «Οι κανόνες πρέπει να τηρούνται απ΄όλους». «Κανόνας πρώτος: Μην κολυμπάτε ποτέ κοντά σε κατοικημένη περιοχή». «Κανόνας δεύτερος: Μακριά απ’ τους ψαράδες και τα δίχτυα τους, όσο κι αν πεινάτε».
Παρ’όλα αυτά όμως, η μικρή φώκια δεν ξέχασε. Στην πρώτη ευκαιρία, το’σκασε πάλι και τράβηξε για την παραλία με τη σπηλιά. Για ώρες, για μέρες, περίμενε να τους ξαναδεί. Τίποτα. Ούτε σημάδι τους. Στ’ αλήθεια δεν ήξερε πια τι να πιστέψει. Υπήρξαν άραγε πραγματικά ή μήπως ήταν ένα όνειρο καλοκαιρινής νύχτας; Μερικές φορές, όταν πονούσε περισσότερο απ΄την απουσία τους, έπειθε τον εαυτό της πως το ονειρεύτηκε.
Αλήθεια, πως θα μπορούσε άραγε να ξέρει η μικρή μας φώκια ότι οι άνθρωποι δεν ανήκαν πάντα στο μέρος που βρίσκονταν; Πως να ξέρει ότι κι εκείνοι ήταν ταξιδευτές όπως κι αυτή και πως τα ταξίδια τους μπορεί να είναι πιο γρήγορα και πιο μακρινά απ’ τα δικά της; Όχι. Αυτά δεν τα ήξερε η φώκια. Ούτε και την ενδιέφεραν άλλωστε. Αντίθετα, λίγο λίγο καταλάβαινε κάτι πολύ σημαντικό: πως ήταν τυχερή που τους συνάντησε. Πως θ’άντεχε να τους αγαπά και χωρίς να τους βλέπει.
Με τον καιρό, δεν άλλαξε μυαλά. Από την αρχή ήταν ισχυρογνώμων. Μπορεί να αποδέχτηκε πως ίσως δεν τους ξαναδεί ποτέ, αλλά είχε πάρει τις αποφάσεις της. Την επόμενη χρονιά μετά την αναπαραγωγική περίοδο, ενήλικη πια, θα έφευγε. Η σπηλιά εκεί δίπλα στη μικρή παραλία με τα βότσαλα, ήταν το σπίτι της. Στη δική της σπηλιά, θα γεννούσε. Κοντά στους ανθρώπους.
ΒΑΣΙΛΗ ΣΙΑΦΑΚΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου