ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ - ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΚΟΥΡΗ - Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ - ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΚΟΥΡΗ

Share This

Αποτέλεσμα εικόνας για ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό που το αγκάλιαζε η θάλασσα, ζούσε ένα μελαχρινό αγόρι που τον έλεγαν Ιλιάν. Ο Ιλιάν ήταν πάντα χαρού-μενος και καλοσυνάτος. Στο πρόσωπό του διαγραφόταν πάντα ένα όμορφο και λα-μπερό χαμόγελο που έκανε μικρούς μεγάλους να τον συμπαθούν. Οι συμμαθητές του διασκέδαζαν πολύ μαζί του όταν έπαιζαν μπάλα ή όταν τους τραγουδούσε με τη δυνατή του φωνή τραγούδια από την πατρίδα του. Μάλιστα, η αγαπημένη τους συ-νήθεια ήταν να πηγαίνουν βόλτα με τα ποδήλατα και να παίζουν «στόχο» με τα βό-τσαλα στην ακροθαλασσιά.
Ένα βροχερό πρωινό όμως, όλα άλλαξαν για το μικρό Ιλιάν. Καθώς περπατούσε α-νέμελος για το σχολείο πάτησε σε ένα βαθύ λάκκο με νερό και έγινε μουσκίδι. Το παντελόνι του έσταζε από παντού και τα παπούτσια του βάρυναν σαν μεγάλες μπου-κάλες νερό. Περίμενε για λίγο κάτω από ένα υπόστεγο να στεγνώσει , όμως η βροχή δυνάμωνε όλο και περισσότερο. Ο Ιλιάν φοβήθηκε πως θα αργήσει κι έτσι αποφάσι-σε να τρέξει γρήγορα να προλάβει το κουδούνι. Όταν πέρασε την αυλόπορτα οι μα-θητές ήταν ήδη στις τάξεις τους. Μόνο ένας μαθητής της Έκτης βρισκόταν στο προαύλιο κρατώντας μια κόκκινη ομπρέλα, που από τον αέρα ένιωθες ότι θα σπά-σει. «Μα, καλά τι παπούτσια είναι αυτά; Θαρρείς πως θα σ’ αφήσουν να μπεις έτσι στην τάξη;», του είπε και έφυγε γελώντας.
Ο Ιλιάν γύρισε το βλέμμα του προς τα κάτω και είδε ότι το αριστερό του παπούτσι είχε διαλυθεί. Τα κορδόνια του ήταν ξεχειλωμένα, ο πάτος του είχε ξεκολλήσει και τα δάχτυλά του διακρίνονταν μαραμένα από το πολύ νερό. Στο πρόσωπό του πια δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις τα δάκρυα και τις σταγόνες τις βροχής. Κοίταξε για λίγο την κίτρινη κουρτίνα που ανέμιζε στο παράθυρο της τάξης του. Φαντάστηκε τους συμμαθητές του να τακτοποιούν τα τετράδιά τους, τη δασκάλα του να ρωτάει χαμο-γελαστά πώς πέρασαν την προηγούμενη μέρα, τον φίλο του τον Πέτρο να λέει σε όλους πόσο τον δυσκόλεψε η ορθογραφία. Φαντάστηκε και τον εαυτό του να μπαί-νει αργοπορημένος, βρεγμένος σαν γάτα και με χαλασμένα παπούτσια. Δεν το σκέ-φτηκε πολύ και έφυγε απογοητευμένος για το σπίτι του.
Τις επόμενες τρεις μέρες ο Ιλιάν δεν εμφανίστηκε ξανά στο σχολείο ούτε στο χωριό. Τι κι αν είχε πάρει τη θέση της βροχής ένας λαμπερός ήλιος που έκανε τα παιδιά να μην κρατιούνται στα σπίτια τους. Η δασκάλα του ανησύχησε και πήρε πολλές φορές τηλέφωνο στο σπίτι του, όμως κανείς δεν το σήκωνε γιατί οι γονείς του ήταν όλη τη μέρα στη δουλειά. Πήρε την απόφαση λοιπόν να πάει σπίτι του μήπως καταλάβει τι του συνέβη. Δεν πρόλαβε όμως να φτάσει μέχρι τη γειτονιά του και βλέπει από μα-κριά τον Ιλιάν πάνω στο ποδήλατό του. Της χαμογελάει και με τη δυνατή του φωνή της λέει: « Συγνώμη, κυρία, που λείπω αλλά έχουν χαλάσει τα παπούτσια μου και δεν έχω χρήματα να πάρω άλλα. Σε λίγες μέρες η μαμά μου θα πληρωθεί και θα μου αγοράσει. Τότε θα ξαναέρθω! Μα τώρα δεν μπορώ!
Η δασκάλα του έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα αμίλητη. Κοίταξε χαμηλά στα πόδια του Ιλιάν που υπήρχαν μόνο κάποιες καφέ χειμωνιάτικες παντόφλες πολύ μεγαλύτε-ρες από το νούμερό του. Στο χέρι του κρατούσε μια σακούλα μ’ ένα καρβέλι ψωμί που μοσχοβολούσε. Το πρόσωπό του εξακολουθούσε να είναι φωτεινό και τα μάτια του γεμάτα σπιρτάδα. «Κάτι θα κάνουμε», του είπε και τον αποχαιρέτησε με ένα φι-λί στο μάγουλο.
Το ίδιο βράδυ ο Ιλιάν έπεσε για ύπνο έχοντας στο μυαλό του τη συνάντηση με τη δασκάλα του. Δεν ήθελε να απουσιάζει από το σχολείο. Άραγε τους είχε λείψει κα-θόλου; Καθώς βυθίζονταν στις σκέψεις του σιγά σιγά τα μάτια του έκλεισαν… Ξαφ-νικά, ένιωσε μια λάμψη και πετάχτηκε από το κρεβάτι του. Μια αστραφτερή φιγού-ρα βρισκόταν στο πίσω μέρος του δωματίου και τον καλούσε να την πλησιάσει. Ο Ιλιάν, θαμπωμένος από τη λάμψη, έκανε μερικά βήματα μπροστά και είδε κάτι μαγι-κό. Ένα ολοκαίνουριο ζευγάρι αθλητικά παπούτσια μέσα σε ένα όμορφο χάρτινο κουτί, τυλιγμένο με πράσινη γυαλιστερή κορδέλα! Σήκωσε τα μάτια του αλλά η φι-γούρα είχε εξαφανιστεί. Μπερδεμένος αλλά και ενθουσιασμένος όπως ήταν, δοκίμα-σε τα παπούτσια και ξαναγύρισε το κρεβάτι.
Το άλλο πρωί τα παπούτσια βρίσκονταν ακόμη στα πόδια του. Έτρεξε στη μητέρα του, η οποία τον κοιτούσε απορημένη, και της έδειξε το καινούρια του αθλητικά. Δεν καταλάβαινε από τα λόγια του τι είχε συμβεί αλλά χαιρόταν που έβλεπε τον Ι-λιάν τόσο ευτυχισμένο. « Ίσως η νεράιδα των παπουτσιών σου έκανε αυτό το δώρο γιατί είσαι πάντα ευγενικός και χαμογελαστός, αγόρι μου», του είπε γλυκά η μαμά του. Ο Ιλιάν δεν πίστευε στα παραμύθια, όμως ένα θαύμα συνέβη εκείνο το βράδυ και δεν υπήρχε άλλη εξήγηση.
Την επόμενη Δευτέρα ο Ιλιάν έβαλε τα καινούρια του παπούτσια, φόρεσε το πιο όμορφο χαμόγελό του και πήρε το δρόμο για το σχολείο. Οι συμμαθητές του μόλις τον είδαν έτρεξαν προς στο μέρος του, τον αγκάλιασαν και άρχισαν το παιχνίδι. Ο μαθητής της Έκτης τον πλησίασε και θαύμασε τα καινούρια του αθλητικά παπούτσι-α που σαν κι αυτά δεν φορούσε κανείς. Η δασκάλα του τον καλωσόρισε στην τάξη και για μια ώρα ο Ιλιάν τους αφηγούνταν την ιστορία του με γέλια και ξεφωνητά! Ήταν η πιο όμορφη μέρα στο σχολείο για όλους.

Ιωάννα Κακούρη

Δημοσιεύτηκε στο 1ο τεύχος του περιοδικού: «Κέφαλος - Το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς», στη στήλη: «Ο μικρός παραμυθάς».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Pages