Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα λιβάδι έξω από την πόλη, ζούσαν δυο δέντρα. Το ένα ήταν μεγάλο, καταπράσινο και φουντωτό, έσφυζε από ζωή. Το άλλο δίπλα του ήταν μαραμένο, γυμνό από φύλλα και αδύναμο. Κάθε μέρα ο τόπος γέμιζε από παι-διά που έπαιζαν εκεί. Και φυσικά, όλα πήγαιναν κάτω από το πράσινο δέντρο! Είχαν κρεμάσει και μια κούνια στα κλαδιά του κι έπαιζαν εκεί όλη την ώρα.
Το αδύναμο δέντρο βλέποντάς τα στενοχωριόταν πολύ. Κάθε μέρα έσπαγαν όλο και περισσότερα κλαδιά του, απογυμνωνόταν όλο και πιο πολύ. Ένα βράδυ κοίταξε ψηλά στον ουρανό κι ευχήθηκε στο αγαπημένο του λαμπρό αστέρι: “Μακάρι να βρεθεί κάποιος να μ’ αγαπήσει κι εμένα!...” Κι έπεσε για ύπνο.
Την άλλη μέρα, είδε να πλησιάζει ένα αγοράκι χωρίς μαλλιά. Δεν έδωσε σημασία. Ήταν σίγουρο ότι θα πήγαινε στο διπλανό δέντρο. Ένιωσε όμως μια πίεση στον κορ-μό του και κοιτάζοντας χαμηλά είδε το μικρό αγόρι να έχει στηριχτεί πάνω του. Ξαφνιάστηκε μ’ αυτό. Σε λίγο άκουσε κλάματα.
-Αγοράκι, γιατί κλαις; το ρώτησε.
-Επειδή κανείς δε μ’ αγαπάει. Όλοι με κοροϊδεύουν επειδή δεν έχω μαλλιά. Κανείς δε με κάνει παρέα, γιατί είμαι διαφορετικός, λένε… Πού να ’ξεραν όμως…
Παρέμεινε αρκετή ώρα αμίλητος και λυπημένος κι έπειτα συμπλήρωσε, κλαίγο-ντας ακόμα πιο δυνατά:
-Ακόμα κι η μαμά μου δε με θέλει. Δεν μπορεί να μ’ αντικρίζει έτσι, λέει.
Το δέντρο τον λυπήθηκε κει του είπε:
-Η μαμά σου σ’ αγαπάει, είμαι σίγουρο γι’ αυτό. Σκέψου όμως πως και για κείνη είναι δύσκολο… Όσο για το άλλο σου πρόβλημα, μπορώ να σ’ το λύσω. Μπορώ να γίνω εγώ φίλος σου, αν θες…
Το αγοράκι συμφώνησε χαρούμενο. Κάθε μέρα πήγαινε κάτω από το δέντρο, α-κουμπούσε στον κορμό του ή καθόταν στη σκιά του με τις ώρες κι έπαιζαν ή συζη-τούσαν για τ’ αστέρια. Σιγά σιγά έγιναν οι καλύτεροι φίλοι.
Το δέντρο ένιωθε όμορφα. Επιτέλους, είχε κι αυτό συντροφιά! Έτσι, άρχισε να ξα-ναζωντανεύει. Έβγαλε νέα, γερά κλαδιά και καινούρια πράσινα φυλλαράκια. Ήταν πολύ χαρούμενο που είχε ένα φίλο, να το αγαπάει και να του κάνει παρέα κάθε μέ-ρα. Τι άλλο θα μπορούσε να επιθυμήσει;
Όμως κάποια μέρα το αγοράκι δε φάνηκε. Ούτε την επόμενη. Ούτε τη μεθεπόμε-νη. Το δέντρο σκέφτηκε πως θα είχε δουλειές, γι’ αυτό δεν μπορούσε να βγει για παιχνίδι. Έτσι δεν ανησύχησε αρχικά. Μα όταν πέρασαν δύο εβδομάδες χωρίς το α-
Σελίδα 65
ΚΕΦΑΛΟΣ
ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ
ΔΙΜΗΝΙΑΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
γοράκι να έχει πατήσει το πόδι του στο λιβάδι, το δέντρο ανησύχησε πια για τα κα-λά. Απ’ την άλλη όμως στενοχωριόταν που ο φίλος του το είχε παρατήσει και κατη-γορούσε τον εαυτό του που δεν μπορούσε να κρατήσει έναν δικό του κοντά του. Έτσι μαράζωσε… Άρχισε πάλι να χάνει τα κλαδιά του, να ρίχνει τα φύλλα του και τελικά ξανάμεινε γυμνό να κρυώνει στη μοναξιά. Τα άλλα παιδιά συνέχισαν να παί-ζουν στο διπλανό δέντρο, που ήταν πάντα ζωντανό και φουντωτό, ενώ το δικό μας αργοπέθαινε…
Είχε περάσει ήδη ένας χρόνος χωρίς καλά καλά να το καταλάβει και χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα στη ζωή του. Ξαφνικά, ένα πρωινό είδε ένα παιδάκι να το πλησιάζει. Παραξενεύτηκε. Κοίταξε με λαχτάρα μήπως ήταν ο φίλος του. Το αγόρι όμως που ερχόταν ήταν γερό, δυνατό, με πυκνά μαλλιά κι ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη του.
-Γεια σου, φίλε μου! του είπε, μόλις πλησίασε, αγκαλιάζοντας τον κορμό του. Και μόνο τότε, κοιτάζοντας πολύ πολύ προσεκτικά, το δέντρο αναγνώρισε το παιδί. Και… του έβαλε τις φωνές!
-Πού ήσουν; Γιατί με παράτησες; Τι σου έκανα; Κι εγώ που νόμιζα πως είχα έναν φίλο… Έτσι φέρονται οι φίλοι; Ε;
Το αγόρι τα ’χασε.
-Συγγνώμη, αλλά δεν πρόλαβα να σου πω ότι θα φύγω. Όλα έγιναν πολύ ξαφνικά. Ο μπαμπάς μου χώρισε τη μαμά μου, γιατί δεν νοιαζόταν για μας. Έπειτα με πήρε και πήγαμε στο εξωτερικό. Ήμουν πολύ άρρωστος, όπως θα είχες καταλάβει. Έπρεπε να καταπολεμήσω τον καρκίνο. Αυτό χρειάστηκε πολύ χρόνο. Ευτυχώς, όπως βλέπεις, όλα πήγαν καλά. Τώρα είμαι καλά!
Το δέντρο χάρηκε πάρα πολύ για το αγοράκι και μετάνιωσε για τη συμπεριφορά του.
-Συγγνώμη, φίλε μου, του είπε. Σου μίλησα απότομα. Μα… σκέψου, έναν ολό-κληρο χρόνο σε περίμενα! Κάθε μέρα! Και ανησυχούσα για σένα… Είχα στενοχω-ρηθεί πολύ που χαθήκαμε. Βλέπεις πώς κατάντησα; Σχεδόν ετοιμοθάνατο! Τώρα όμως όλα αλλάζουν. Είμαι πολύ χαρούμενο για την επιστροφή σου! Για σένα θέλω να ξαναζωντανέψω. Θέλω να βγάλω κλαδιά και πράσινα φύλλα για χάρη σου. Να ομορφύνω για σένα, αφού εσύ με διάλεξες για παρέα σου, όταν όλα τα παιδιά μού γύριζαν την πλάτη…
Το αγοράκι χαμογέλασε πλατιά και του είπε:
-Όταν ήμουν άρρωστος, κανείς δε με ήθελε. Κανείς δεν άντεχε να με βλέπει. Εσύ όμως με στήριξες. Δεν σ’ ένοιαζε η εμφάνισή μου, αλλά με αγάπησες όπως ήμουν. Γι’ αυτό δεν θέλω ν’ αλλάξεις για χάρη μου. Είσαι διαφορετικό, μα έχεις καλή καρ-διά. Αυτό είναι που σε κάνει τόσο ξεχωριστό. Κι αν οι άλλοι δεν το καταλαβαίνουν, μη σε νοιάζει! Είτε είσαι «άσχημο» είτε γεμάτο ζωντάνια και υγεία, εγώ πάλι θα εί-μαι δίπλα σου. Φυσικά, ό,τι και να κάνεις, εγώ θα σε στηρίξω, από τη στιγμή που πρόκειται για το δικό σου καλό. Αν θες να νιώθεις όμορφο, προσπάθησε να ξαναζω-ντανέψεις! Εγώ θα είμαι διπλά χαρούμενος για σένα. Αλλά να το κάνεις για τον εαυτό σου, όχι για μένα ούτε για κανέναν άλλον. Μην ξεχνάς, όπως κι αν είσαι εξωτερι-κά, εγώ θα σ’ αγαπάω, φίλε μου!
Μετά τις εξομολογήσεις τους, το αγόρι και το δέντρο ενίσχυσαν τη φιλία τους α-κόμα περισσότερο, με αγάπη και εμπιστοσύνη. Ομόρφαιναν μέρα με τη μέρα και με-γάλωναν γερά και δυνατά. Έτσι, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς… καλύτερα!
ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΜΑΘΗΤΡΙΑ Γ΄ ΤΑΞΗΣ ΓΕ.Λ. ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο 1ο τεύχος του περιοδικού: «Κέφαλος - Το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς», στη στήλη: «Ο μικρός παραμυθάς».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου