Μια φορά κι έναν καιρό, σε έναν κόσμο πολύ μακριά από αυτόν των ανθρώ-πων, στον κόσμο του ήλιου, του φεγγαριού και των αστεριών ψηλά στον ου-ρανό, ζούσε ένα μικρό λαμπερό αστεράκι, η Φωτεινή μέσα στο χρυσό σπιτάκι του. Κάθε βράδυ, με το που έπεφτε ο ήλιος να κοιμηθεί έβγαινε μαζί με τα άλλα αστέρια και φώτιζαν τον σκοτεινό ουρανό. Η Φωτεινή ήταν ένα μικροσκοπικό αστέρι και πα-ρά το όνομά της, έλαμπε λιγότερο από κάθε άλλο φίλο της. Παρόλα αυτά, τα άλλα αστέρια την αγαπούσαν και την πρόσεχαν πολύ, γι’ αυτό δεν την άφηναν ποτέ να πε-τάξει μόνη της πολύ ψηλά στον ουρανό μήπως και χαθεί και δεν βλέπει το δρόμο να γυρίσει πίσω.
Η Φωτεινή με τη σειρά της, αγαπούσε κι αυτή πολύ τους φίλους της και δεν ήθελε να τους αποχωριστεί πότε, ήθελε όμως να πετάξει όσο πιο μακριά γινόταν για να ανακαλύψει την μαγεία και τα μυστήρια τ’ ουρανού. Αυτό που θα την έκανε ακό-μα πιο ευτυχισμένη ήταν να μπορούσε κάποια μέρα να κατέβει στη γη και να γνωρί-σει από κοντά τη θάλασσα, τα βουνά, τις λίμνες, τους ανθρώπους που κάθε βράδυ κοίταζε από το σπίτι της, κοντά στο φεγγάρι.
Η καθημερινότητα της Φωτεινής ήταν πάντοτε η ίδια, μαγική και πρωτόγνωρη, αν και στα μάτια της φάνταζε ανιαρή. Με το που έπεφτε ο ήλιος στο ροδοσκέπαστο κρεβατάκι της, αυτή και η φίλοι της αναλάμβαναν να ντύσουν τη νύχτα με το χρυ-σαφένιο φόρεμα που κεντούσαν, ενώ κάθε πρωί έσβηναν απαλά με το πρώτο χάδι του ήλιου στη γη. Τα πρωινά, όταν όλα τα αστέρια ξεκουράζονταν απ’ τη νυχτερινή τους περιπολία, η Φωτεινή ονειρεύονταν έναν άλλο κόσμο αλλιώτικο και μαγικό, πρωτόγνωρο και μυστήριο γι’ αυτήν. Φαντάζονταν πως βρίσκονταν στη γη, ένιωθε το φως του ήλιου να την ευλογεί με τα χάδια του, άκουγε τα πουλιά να τραγουδούν μόνο γι’ αυτήν, αισθάνονταν τη δροσιά της θάλασσας να την ανακουφίζει από τη φλόγα της λάμψης της και πως κάθε βράδυ έστρεφε τα ματάκια της ψηλά στον ου-ρανό στέλνοντας χρυσά και ασημένια φιλάκια στους φίλους της, τ’ αστέρια.
Όταν όμως το χρυσορόδινο του δειλινού απλώνονταν σ’ όλη την πλάση, τα πράγ-ματα γίνονταν και πάλι τα ίδια. Όπως όλα τ’ άστρα, έτσι και η Φωτεινή, άρχιζε σιγά, σιγά να λάμπει απ’ το ψηλό παλάτι τ’ ουρανού και να κοιτάζει από ψηλά με παράπο-νο και πικρία. Πόσο ήθελε να βρεθεί εκεί κάτω! Πόσο ήθελε ν’ αγγίξει τη μαγεία του άγνωστου!
Ένα βράδυ του καλοκαιριού, η Φωτεινή ένιωθε διαφορετικά από τις άλλες βρα-διές. Απόψε ήταν κάπως περίεργη. Ένιωθε το χρυσό σωματάκι της να πονάει ελαφρώς, αλλά η ίδια αισθάνονταν παράξενα ευτυχισμένη και ήρεμη. Όμως, ακόμη κι η ίδια η νύχτα ήταν αλλιώτικη απόψε. Όλα τα αστέρια έλαμπαν τόσο δυνατά στον ου-ρανό, ενώ το φεγγάρι έμοιαζε χλωμό και άρρωστο. Οι άνθρωποι κοιτούσαν ψηλά με θαυμασμό κι ενδιαφέρον. Δεν είχαν ξαναδεί τόσο λαμπερά αστέρια ενώ αυτή η εικό-να της χρυσαφένιας γιορτής τους έκαναν να μην μπορούν να χαμηλώσουν το βλέμ-μα.
Όσο περνούσε η ώρα, η νύχτα γίνονταν όλο πιο ζεστή και πιο μυστηριώδης. Ξαφ-νικά η Φωτεινή ένιωσε πιο παράξενα παρά ποτέ. Το χρυσό σώμα της φούσκωνε όλο και πιο πολύ ενώ η ίδια ένιωθε πως έλαμπε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η πρωτόγνωρη αυτή αίσθηση τη γέμισε πανικό και αγωνία, όμως το σίγουρο βλέμμα του φίλου της δίπλα που την κοίταξε καθησυχαστικά την έκανε να γαληνέψει πάλι. Η αλλαγή αυτή κράτησε μόλις μια στιγμή, όταν η Φωτεινή βρέθηκε να πέφτει με φόρα προς τα κάτω αφήνοντας πίσω της ένα ολόλαμπρο κύμα χρυσόσκονης.
Οι άνθρωποι κοίταξαν με έκπληξη το αστέρι που έπεφτε απ’ τον ουρανό και δεν παρέλειψαν να κάνουν μια ευχή. Θαύμασαν όλοι τη Φωτεινή όταν έπεφτε, εναποθέ-τοντας πάνω της τα όνειρα και τις ελπίδες τους.
Το μικρό αστέρι συνέχισε να πέφτει, ώσπου ξαφνικά η λάμψη έσβησε από τον ου-ρανό και χάθηκε για πάντα. Τα υπόλοιπα αστέρια παρακολουθούσαν τη μικρή τους φίλη να φεύγει με συγκίνηση και χαρά. Ήξεραν πως δεν επρόκειτο ποτέ ξανά να την έβλεπαν δίπλα τους, όμως χαίρονταν γι’ αυτήν που επιτέλους το όνειρό της να γνω-ρίσει τη γη γίνονταν πραγματικότητα.
Η Φωτεινή έσβησε απότομα από τον ουρανό, όμως ήταν πιο ευτυχισμένη από πο-τέ. Το σύντομο ταξίδι της την έφερε στη θάλασσα και εκείνη ένιωσε με ευχαρίστηση το αλμυρό νερό να της δροσίζει τα πύρινα μαγουλάκια. Το όνειρό της γίνονταν επι-τέλους αλήθεια! Χωρίς να το καταλάβει καλά, καλά βρέθηκε στην αγκαλιά της αγα-πημένης της θάλασσας. Ήξερε πως δεν θα ξαναγίνονταν ποτέ αστέρι να φωτίζει τη γη από ψηλά, όμως δεν την ένοιαζε.Ήταν απόλυτα ευτυχισμένη και ήρεμη στο βυθό της, ενώ ανυπομονούσε να ταξιδέψει και να εξερευνήσει τον κόσμο μέσα από τα κύ-ματα όταν θα την παρέσερναν γλυκά. Μια νέα περιπέτεια ξεκινούσε γι’ αυτήν, κι ας έσβησε για πάντα από τον χάρτη τ’ ουρανού. Επιτέλους ζούσε το όνειρό της….
Ειρήνη Μαθιουδάκη
Δημοσιεύτηκε στο 1ο τεύχος του περιοδικού: «Κέφαλος - Το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς», στη στήλη: «Ο μικρός παραμυθάς».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου