ΤΟ ΧΙΟΝΙ - Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πόλη στην οποία δε χιόνιζε ποτέ. Όλα τα παιδιά έστω και για μία φορά επιθυμούσαν να δουν μια νιφάδα χιονιού. Σε ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη της πόλης ζούσε μια φτωχή οικογένεια η οποία ήθελε να παρέχει στον μικρό τους γιο, τον Χρηστάκη, τα απαραίτητα για ένα παιδί. Αλλά αυτό που πραγματικά επιθυμούσε ο Χρηστάκης από τα βάθη της καρδιάς του ήταν να δει ολόκληρη την πόλη καλυμμένη με χιόνι. 
Μόλις πλησίαζε η παραμονή των Χριστουγέννων, ο Χρηστάκης κολλούσε το μικρό του προσωπάκι στο παράθυρο του σπιτιού περιμένοντας να δει το χιόνι να πέφτει απ’ τον ουρανό, καλύπτοντας ολόκληρη την πόλη. Όμως κάθε φορά απογοητευόταν, καθώς ποτέ δεν αντίκριζε την εικόνα που πρόσμενε. Ο Χρηστάκης, αν και ήταν από φτωχή οικογένεια, περνούσε την ημέρα των Χριστουγέννων με τους γονείς του χωρίς να έχουν τα πάντα στο γιορτινό τραπέζι αλλά με την αγάπη να τους καλύπτει τις υλικές ανάγκες.
Η οικογένεια περνούσε πολλές δυσκολίες κατά την διάρκεια του χρόνου, όπως το τσουχτερό κρύο κατά την διάρκεια του χειμώνα που τους έκανε να τρέμουν και να κοιμούνται αγκαλιασμένοι για να το αντιμετωπίσουν. Ή  άλλες φορές που ο Χρηστάκης περνούσε έξω από τα ζαχαροπλαστεία και αντίκριζε τα ράφια γεμάτα από γλυκίσματα και το μικρό του στομαχάκι γουργούριζε ασταμάτητα.
Η οικογένεια αυτή είχε ένα θείο. Ήταν ένας μοναχικός, εγωιστής και πάμπλουτος τσιγκούνης που δεν νοιαζόταν για την φτώχεια που επικρατούσε στην οικογένεια του Χρηστάκη, κι ας ήταν οι πιο κοντινοί συγγενείς του. Πάντα φερόταν με άσχημο τρόπο σε όλους τους συμπολίτες του και πάντα έλεγε αλαζονικά την εγωιστική φράση «οι φτωχοί είναι άξιοι της μοίρας τους». Ο πατέρας του Χρηστάκη δούλευε ως εργάτης στο εργοστάσιο του εγωιστή θείου του, του Αλέξανδρου. Το ξέρατε ότι η σημασία αυτού του ονόματος -όλως τυχαίως!- είναι η απώθηση των ανθρώπων από το άτομο που έχει αυτό το όνομα; Πράγματι, οι σχέσεις του Αλέξανδρου με την οικογένεια ήταν ανύπαρκτες. Όταν τους συναντούσε, με διακριτικό τρόπο τους απέφευγε.
Ο Χρηστάκης δεν μπορούσε να κατανοήσει την άσχημη συμπεριφορά του θείου του προς την οικογένειά του. Στη μνήμη του είχε χαραχτεί ένα σημαδιακό περιστατικό. Την προηγούμενη χρονιά, την παραμονή των Χριστουγέννων είχε επισκεφτεί το θείο του, για να του πει τα κάλαντα. Εκείνος του μίλησε απαίσια και τον έδιωξε από το σπίτι του. Το παιδί έτρεμε ακόμα και στην ιδέα ότι θα τον αντίκρυζε μπροστά του, σε οποιοδήποτε μέρος.
Όμως όσον αφορά στην οικογένεια, δεν ήξεραν ότι αυτά τα Χριστούγεννα θα ήταν εντελώς διαφορετικά και γι’ αυτούς αλλά και για το θείο. Έτσι, την παραμονή των Χριστουγέννων ο Αλέξανδρος συνάντησε τον μικρό Χρηστάκη να χαζεύει τις βιτρίνες που ήταν γεμάτες παιχνίδια, στολίδια αλλά και χριστουγεννιάτικες χιονόμπαλες που του θύμιζαν το χιόνι που λάτρευε. Όταν όμως αντίκρισε το θείο του να πλησιάζει, ένα αίσθημα φρίκης τον κατέκλυσε και άρχισε να τρέχει μακριά του.
Περίμενε! Πού πας; Δε θέλω να σου κάνω κακό! Ο  Χρηστάκης όμως συνέχισε να απομακρύνεται τρέχοντας πανικόβλητος.       
Εκείνη τη στιγμή κάτι άλλαξε στην ψυχή του Αλέξανδρου. Ένα φως άστραψε μέσα του. Τα συναισθήματά του ξύπνησαν και συνειδητοποίησε τα προβλήματα που είχε προκαλέσει με τη συμπεριφορά του τόσο στους συγγενείς του όσο και σε άλλους συνανθρώπους του…
Την επόμενη βραδιά, τη βραδιά των Χριστουγέννων, καθώς η οικογένεια θα γιόρταζε, φτωχικά αλλά με αγάπη, όπως κάθε Χριστούγεννα, ακούστηκε δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Ο Χρηστάκης έτρεξε παραξενεμένος ν’ ανοίξει την πόρτα, καθώς δεν περίμεναν να έρθει κανείς.
Ποιος είναι; ρώτησε. Και τότε… άκουσε το θείο του να του μιλάει με γλυκιά φωνή, όπως ποτέ ως τότε δεν τον είχε ακούσει. Άνοιξε την πόρτα, αλλά συνέχισε να είναι διστακτικός, καθώς είχε συνηθίσει να τον φοβάται. Αντίκρισε στο άνοιγμα της πόρτας το θείο του φορτωμένο με σακούλες και κουτιά γεμάτα δώρα, στολίδια, γλυκά και καλούδια, σαν τον Άη – Βασίλη.  Έτσι, τον καλωσόρισαν στο σπίτι τους και κάθισαν στο γιορτινό τραπέζι.
Μόλις όμως άρχισαν να τρώνε, έξω από την πόρτα τους ακούστηκαν παιδικές φωνές, γέλια και επιφωνήματα θαυμασμού και ενθουσιασμού των παιδιών. Ο Χρηστάκης έτρεξε αμέσως έξω να δει τι συμβαίνει. Εκεί είδε το θαύμα! το πολυαγαπημένο του χιόνι που ως τότε έβλεπε μόνο στο όνειρό του. Το όνειρό του τελικά είχε πραγματοποιηθεί!
Αυτό λοιπόν ήταν το θαύμα των Χριστουγέννων, που έδειξε σε όλους ότι τη μια στιγμή το παρόν μπορεί να μοιάζει αβέβαιο και την άλλη να εκτυλίσσεται μ’ ένα ευτυχές τέλος…


Τολιάκη Χριστίνα-Γεωργία του Λάζαρου

Μεγαλόπολη Αρκαδίας



Δημοσιεύτηκε στο 2ο-3ο τεύχος του περιοδικού: «Κέφαλος - Το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς», στη στήλη: «Ο μικρός παραμυθάς».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Pages